Γράφει ο Θεολόγος – Εκκλησιαστικός Ιστορικός – Νομικός κ. Ιωάννης Ελ. Σιδηράς

  • Από την άλωση, την εθνάρχουσα Εκκλησία και ιδεολογία, τον διαφωτισμό, τον κοραϊσμό και τον νεοελληνικό εθνοφυλετισμό μέχρι την ιστορική αμνησία των Νεοελλήνων, την υπονόμευση του Οικουμενικού Πατριαρχείου από την Εκκλησία της Ελλάδος και την εγκατάλειψή του από το νεοελληνικό κράτος.

Πολλές φορές έχει γραφεί και υποστηριχθεί από ειδήμονες και όχι μόνο, ότι οι Νεοέλληνες «πάσχουν» από ένα είδος «ασθενικής ιστορικής μνήμης» ή ακόμη και «πλήρους ιστορικής αμνησίας», η οποία σε πολλές περιπτώσεις τους οδηγεί στην επιπόλαιη, επιφανειακή, αδιάφορη ή και υποτιμητική αντιμετώπιση και προσέγγιση σημαντικών ιστορικών γεγονότων, προσώπων και θεσμών, που απετέλεσαν και συνεχίζουν να αποτελούν διαχρονικά τον κεντρικό πυρήνα της ελληνορθοδόξου ιστορίας και παραδόσεώς τους και να προσδιορίζουν, καθορίζουν και σφραγίζουν εν πολλοίς την εθνική τους «αυτοσυνειδησία» και «ιδιοπροσωπεία».

Η παραπάνω όχι και τόσο κολακευτική διαπίστωση, η οποία, όπως αναφέρουμε παρακάτω, σε πολλές περιπτώσεις αποδεικνύεται εν τοις πράγμασιν, αληθής και ευρίσκει, δυστυχώς, την επαλήθευσή της και στον τρόπο με τον οποίο οι ελλαδίτες, λαϊκοί και μεγαλόσχημοι κληρικοί, αντιμετωπίζουν το Πρωτόθρονο και Πρωτεύθυνο μαρτυρικό Οικουμενικό Πατριαρχείο, ήτοι την εσταυρωμένη Μητέρα Αγία Μεγάλη του Χριστού Κωνσταντινουπολίτιδα Εκκλησία, αγνοούντες την μακραίωνη ιστορία του, αποσιωπώντες εσκεμμένα τους αγώνες, τις θυσίες και την εν γένει πολύπλευρη προσφορά του προς το Ρωμαίηκο Γένος και αμφισβητούντες ενίοτε την Ορθόδοξη, διαχριστιανική και Οικουμενική αποστολή, δράση και μαρτυρία του στον σύγχρονο κόσμο.

Το θλιβερό αυτό φαινόμενο δεν είναι σύγχρονο, αλλά έχει την απαρχή και τις ρίζες του σε βάθος χρόνου και εντοπίζεται χρονικά, κατά την πρώτη θεωρητική του φάση, στην προεπαναστατική περίοδο με την εμφάνιση του Νεοελληνικού Διαφωτισμού, ενώ σε πρακτικό επίπεδο εκδηλώνεται κατά την πρώτη μεταεπαναστατική περίοδο του ελεύθερου εθνικού βίου του μικρού νεοελληνικού κράτους και ειδικότερα επί των ημερών της παντοδυναμίας της Βαυαρικής Αντιβασιλείας (1833-1835) και εν συνεχεία της Οθωνικής μοναρχικής απολυταρχίας (1835-1863).

Ολοκληρώνοντας την παραπάνω συνοπτική θεωρητική εισαγωγή του θέματός μας, αξίζει εφεξής να μελετήσουμε διαχρονικά την σταδιακή μετεξέλιξη και μεταβολή των σχέσεων ανάμεσα στους Νεοέλληνες και το Οικουμενικό Πατριαρχείο από την άλωση της Κωνσταντινουπόλεως μέχρι και σήμερα.

Η ιστορία του «Νέου ή Νεωτέρου Ελληνισμού», όπως επεκράτησε να χρησιμοποιούνται οι δύο παραπάνω όροι από τους ημετέρους ιστορικούς , άρχεται δυστυχώς από το κοσμοϊστορικό αρνητικό γεγονός της αποφράδος εκείνης ημέρας, της 29ης Μαΐου του 1453, όταν «εάλω η Πόλις», η Παναγιοσκέπαστη Θεοτοκούπολη Κωνσταντινούπολη των ονείρων και των οραμάτων μας, των μύθων και των θρύλων μας, από τους Οθωμανούς.

Στην νέα σκοτεινή και ανελεύθερη ιστορική πραγματικότητα της οθωμανοκρατίας, που επί τετρακόσια και πλέον έτη υφίστατο, το Γένος μας εύρε στην Ορθόδοξη Εκκλησία του, την μόνη «κιβωτό» της σωτηρίας του, η οποία δεν ήταν άλλη από την, έστω και «εν αιχμαλωσία», κατά τον Στίβεν Ράνσιμαν, εσταυρωμένη και φιλόστοργη Μητέρα Αγία Μεγάλη του Χριστού Εκκλησία της Κωνσταντινουπόλεως, ήτοι το Οικουμενικό Πατριαρχείο. Επειδή δε ορισμένοι Νεοέλληνες, μεγαλόσχημοι κληρικοί και λαϊκοί, πολύ εύκολα και ελαφρά τη καρδία ρίπτουν τον λίθο του αναθέματος στο Οικουμενικό Πατριαρχείο κάθε φορά που οι σχέσεις της Ελλαδικής Εκκλησίας με την μεγαλομάρτυρα Μητέρα Εκκλησία της Κωνσταντινουπόλεως δεν είναι αγαστές, δεν θα πρέπει να έχουν σκανδαλωδώς επιλεκτικά «ασθενική μνήμη» ή «προσποιητή ιστορική αμνησία», ούτε να διαφεύγει σκοπίμως της προσοχής τους ότι καθ’ όλη την διάρκεια της Οθωμανικής τυραννίας και η σημερινή ελληνική επικράτεια σε όλη την έκτασή της υπήγετο στην εκκλησιαστική δικαιοδοσία του Οικουμενικού Πατριαρχείου και οι υπόδουλοι Ελλαδίτες Ρωμηοί αποτελούσαν και αυτοί ένα μέρος του τότε πολυπληθούς ποιμνίου του. Υπό τις δυσβάστακτες επικρατούσες συνθήκες, τις οποίες είχαν επιβάλλει οι Οθωμανοί κατακτητές, οι Ελλαδίτες Ρωμηοί προσέβλεπαν και προσέτρεχαν στην αδιαλείπτως αυτοθυσιαζόμενη Μητέρα Εκκλησία της Κωνσταντινουπόλεως ως την μόνη ασπίδα προστασίας και την μόνη κιβωτό σωτηρίας για να επιβιώσουν και να συνεχίσουν την ιστορική τους πορεία μέσα στον χρόνο, στο διάβα των αιώνων.

Ανάμεσα στο Γένος μας και την Μητέρα Εκκλησία της Κωνσταντινουπόλεως, ο κοινός μαρτυρικός σταυρός της σκλαβιάς υπό τον αλλόθρησκο και αλλογενή δυνάστη, οι αιματόλουτρες θυσίες, ο επώδυνος ζυγός της ανελευθερίας και των ποικίλων δοκιμασιών, όπως ήταν φυσικό επακόλουθο, εσφυριλάτισαν ισχυρούς, αρραγείς και ακαταλύτους πνευματικούς – εκκλησιαστικούς και ιστορικούς δεσμούς, αφού οι ραγιάδες Ρωμηοί έβλεπαν στο πρόσωπο του εκάστοτε Οικουμενικού Πατριάρχου, τον Γενάρχη και Εθνάρχη, τον προστάτη και θεματοφύλακα του Γένους των «Ρούμ» (Ρωμηών), τον «Rum Millet Basi» (θρησκευτικό και πολιτικό αρχηγό όλων των Ορθοδόξων), όπως τον ονόμαζε η Υψηλή Πύλη, ο οποίος σε κάθε επικίνδυνη περίπτωση ηγωνίζετο να διαφυλάξει και να σώσει το υπόδουλο ρωμαίηκο ποίμνιό του από την βία, την θρησκευτική και εθνικιστική μισαλλοδοξία, αλλά και τις αυθαίρετες ενέργειες των Οθωμανών κατακτητών σε διαφόρους τομείς της πνευματικής, κοινωνικής και οικονομικής ζωής των υπόδουλων ραγιάδων Ρωμηών.

Τα παραπάνω επετεύχθησαν εν πολλοίς και με την εκ μέρους του Μωάμεθ Β΄ του Πορθητού παραχώρηση στον πρώτο μετά την άλωση της Κωνσταντινουπόλεως Οικουμενικό Πατριάρχη Γεννάδιο Β΄ Σχολάριο των γνωστών αυτοκρατορικών – σουλτανικών προνομίων. Το γεγονός τούτο καταγράφεται ως εξής: «Έδωκε δε και προστάγματα εγγράφως τω Πατριάρχη μετ’ εξουσίας βασιλικής υπογεγραμμένης κάτωθεν, ίνα μηδείς αυτόν ενοχλήση ή αντιτείνη αλλά είναι αυτόν αναίτητον και αφορολόγητον και αδειάσειστόν τε από παντός εναντίου, και τέλους και δόσεως ελεύθερος έσηται αυτός και οι μετ’ αυτόν Πατριάρχαι εις τον αιώνα, ομοίως και πάντες οι υποτεταγμένοι αυτώ αρχιερείς». Στο πλαίσιο αυτό, το Οικουμενικό Πατριαρχείο ήταν και ενεργούσε ως «Εθνάρχουσα Εκκλησία», ως θρησκευτικός και πολιτικός θεσμός, για να διαφυλάξει αλώβητες και ανόθευτες την ελληνορθόδοξη ταυτότητα και παράδοση, την αυτοσυνειδησία και ιδιοπροσωπεία των εμπερίστατων ραγίαδων Ρωμιών. Εξάλλου, η εθναρχική αποστολή και δράση της Μητρός Αγίας Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας της Κωνσταντινουπόλεως ως έμπρακτη έκφραση και εφαρμογή της επικρατούσης εθναρχικής ιδεολογίας κατέστησε εν τοις πράγμασι το Οικουμενικό  Πατριαρχείο στη συνείδηση των «Ρούμ» (Ρωμηών), Κωνσταντινουπολιτών, Μικρασιατών, Θρακών, Ποντίων και φυσικά των Ελλαδιτών, ως τον μόνο και αναντικατάστατο θεσμό, ο οποίος εξησφάλιζε επιτυχώς – και παρά τις δυσκολίες και τα βίαια προσκόμματα των Οθωμανών – την επιβίωση του Γένους μας.

Κατά τον 17ο αιώνα οι συνθήκες αρχίζουν να μεταβάλονται σε ιδεολογικό επίπεδο, αφού έχουμε στην εσπερία την εμφάνιση και επικράτηση του λεγομένου «Ευρωπαϊκού Διαφωτισμού», ο οποίος «εγέννησε» τον ορθολογισμό, τον επιστημονικό θετικισμό, την ανάπτυξη των φυσικών και θετικών επιστημών, τον νεοκλασσικισμό (αρχαιολατρεία), τον ρομαντισμό, τον ριζοσπαστικό φιλελευθερισμό και κυρίως τον έντονο και ακραίο αντικληρικανισμό. Ο δε ευρωπαϊκός διαφωτισμός, ως προς τα ιδεολογικά και φιλοσοφικά ρεύματα και τις ιδέες που πρέσβευε υπήρξε ο ιδεολογικός πρόδρομος και του νεοελληνικού διαφωτισμού (1670-1821), του οποίου η κυριοτέρα αντιπροσωπευτική μορφή ήταν ο δεδηλωμένα αντιπατριαρχικός λόγιος Αδαμάντιος Κοραής (1748-1833).

Οι ανατρεπτικές και αντικομφορμιστικές ιδέες του νεοελληνικού διαφωτισμού με τους λογίους ορθολογιστές εκπροσώπους του, οι οποίοι διεπνέοντο από την ιδεολογία, την νεοκλασσική – αρχαιολατρική φιλοσοφική σκέψη και τον ριζοσπαστικό φιλελευθερισμό του ευρωπαϊκού διαφωτισμού, είχαν ως συνέπεια την διαμόρφωση δύο αλληλοσυγκρουόμενων και αντιθέτων ιδεολογικά μεταξύ των ρευμάτων και παρατάξεων στον προεπαναστατικό και μεταεπαναστατικό ελλαδικό χώρο. Από την μία πλευρά ευρίσκοντο ο απλός, πιστός και γνησίως ευσεβής ρωμαίηκος λαός και οι Φαναριώτες παραδοσιακοί πατριαρχικοί λόγιοι Ρωμηοί, τους οποίους οι «προοδευτικοί» διαφωτιστές τους εχαρακτήριζαν ως «συντηρητικούς», ενώ στην αντίπερα όχθη ευρίσκοντο οι λεγόμενοι ριζοσπαστικοί διανοούμενοι και ορθολογιστές νεοκλασσικίζοντες διαφωτιστές ή «προοδευτικοί» ή «αντιπαραδοσιακοί», όπως ήταν ο Αδαμάντιος Κοραής, ο Νεόφυτος Βάμβας και ο αντιπατριαρχικός Θεόκλητος Φαρμακίδης. Αν θέλαμε περισσότερο σχηματικά και με άλλους όρους να περιγράψουμε την ιδεολογική σύγκρουση και διχοστασία μεταξύ διαφωτιστών και μη διαφωτιστών, θα εντοπίζαμε τους εκφραστές και πρωταγωνιστές αυτής της ιδεολογικής συγκρούσεως ανάμεσα στους Φαναριώτες πατριαρχικούς παραδοσιακούς αντιφιλοσόφους – κατ’ άλλους «συντηρητικούς» – και στους δυτικόπληκτους και προγονόπληκτους αρχαιολάτρεις φιλοσόφους νεωτεριστές – κατ’ άλλους «προοδευτικούς».

Στο επίκεντρο αυτού του συγκρουσιακού ιδεολογικού δίπολου μεταξύ των «φιλοσόφων – νεωτεριστών» και των «αντιφιλοσόφων – συντηρητικών» ευρίσκετο ο κύριος εκπρόσωπος και εκφραστής του νεοελληνικού διαφωτισμού, ο λόγιος Αδαμάντιος Κοραής, ο οποίος εμπνεόμενος και εμφορούμενος από τις ανατρεπτικές και νεωτερικές ιδέες του δυτικού διαφωτισμού, διά μέσου των συγγραμμάτων του επετίθετο με πρωτοφανές μένος και ανοίκειο τρόπο κατά της Ορθοδόξου θεολογικής διδασκαλίας και της Ιεράς Παραδόσεως, του Ιερού κλήρου, του Βυζαντίου και κυρίως κατά του Οικουμενικού Πατριαρχείου, στο οποίο, εκτός των άλλων, επέρριπτε την κύρια ευθύνη για της συντηρητικές κατευθύνσεις και το παρωχημένο πνεύμα, που επικρατούσε, όπως υποστήριζε, στα γράμματα, στην παρεχόμενη παιδεία και στην εν γένει σκέψη και διανόηση των υπόδουλων Ρωμηών.

Είναι χαρακτηριστικό ότι ικανό μέρος της ελλαδικής intelligentsia διεκήρυττε απερίφραστα ότι το ελλαδικό εθνικό κράτος δεν είχε καμμία απολύτως σχέση με το Βυζάντιο και ως εκ τούτου με το Οικουμενικό Πατριαρχείο. Αρνητική άποψη για το Βυζάντιο είχε ο Αδαμάντιος Κοραής και ο Νεόφυτος Βάμβας, ενώ ο Σαρίπολος χαρακτήριζε το Βυζάντιο ως το «ανάμεσον χάσμα» μεταξύ αρχαίου και νέου ελληνισμού.  Ο δε Στέφανος Κουμανούδης ζητούσε από τους Νεοέλληνες, εάν θέλουν να είναι Ευρωπαίοι, να στραφούν στην κλασσική τέχνη και να γκρεμίσουν της Βυζαντινές Εκκλησίες. Σημειωτέον ότι έναντι όλης αυτής της αντιπαραδοσιακής και ξενόφερτης δυτικόπληκτης λαίλαπας, την αποκατάσταση του Βυζαντίου και μαζί μ’ αυτή της ιστορικής συνέχειας και ενότητος του ελληνισμού επιτυγχάνουν και πραγματώνουν με το όλο έργο τους ο Παπαρηγόπουλος και ο Ζαμπέλιος.

Οι ιδεολογικές αυτές απόψεις – ορθότερα θα λέγαμε ότι πρόκειται για μονόπλευρη και υποκειμενική εμπαθή εμμονική αρνητική κριτική – και η επ’ αυτών εδράζουσα και ασκούμενη αντορθόδοξη αντιπαραδοσιακή πολεμική του Αδαμαντίου Κοραή εναντίον του Οικουμενικού Πατριαρχείου επεκράτησε στη νεώτερη ελληνική ιστορία, σκέψη και διανόηση ως το κίνημα του λεγομένου «Κοραϊσμού», το οποίο, τόσο κατά την προεπαναστατική, όσο και κατά την μεταεπαναστατική περίοδο, ακόμη και μετά τον θάνατο του Αδαμαντίου Κοραή, αλλά και μέχρι σήμερα, εύρε και εξακολουθεί να έχει στην Ελλάδα αρκετούς ενσυνείδητους ή και ασυνείδητους θιασώτες και υποστηρικτές, οι οποίοι ανέκαθεν εντοπίζονται στο χώρο των αυτοαποκαλούμενων λογίων, της δυτικόπληκτης ελλαδικής διανοήσεως (intelligentsia), της πολιτικής και, δυστυχώς, της εν Ελλάδι Εκκλησίας.

Οι εμπαθείς και δυτικόπληκτοι αυτοί θιασώτες «λόγιοι» και ενθέρμως φανατικοί υποστηρικτές του «Κοραϊσμού», κατά την δύσκολη εκείνη περίοδο του Ρωμαίηκου Γένους μας, όταν οι υπόδουλοι Ρωμηοί προσπαθούσαν να αποκτήσουν την ελευθερία τους, αλλά και αργότερα κατά τα πρώτα βήματά τους στον ελεύθερο εθνικό βίο τους, έσπερναν προπαγανδιστικά και δόλια με τους λόγους και τα συγγράμματά τους στους Ρωμηούς την διχόνοια και την αμφισβήτηση εναντίον του Οικουμενικού Πατριαρχείου, του οποίου την προσφορά, τις θυσίες και τους αγώνες υπέρ του Γένους μας διέγραφαν και αρνούνταν να ομολογήσουν. Η μεθοδευμένη αυτή τακτική τους είχε ως σοβαρότατη συνέπεια να επέλθει για πρώτη φορά, τόσο έντονα και δραστικά, ύστερα και από την σκοτεινή περίοδο της οθωμανοκρατίας, το πρώτο ιδεολογικό σχίσμα και ρήγμα στους μέχρι τότε αρραγείς και ακατάλυτους πνευματικούς και ιστορικούς δεσμούς ανάμεσα σε ορισμένους δυτικόπληκτους κοραϊστές νεοέλληνες «λογάδες» και την μαρτυρικώς καθαγιασμένη Μητέρα τους Εκκλησία της Κωνσταντινουπόλεως.

Την ίδια περίοδο οι Φαναριώτες πατριαρχικοί και παραδοσιακοί λογάδες του Γένους και ο απλός λαός συνέχιζαν να εμπιστεύονται, να στηρίζουν και να αναγνωρίζουν το Οικουμενικό Πατριαρχείο ως την μόνη φιλόστοργη και εσταυρωμένη Μητέρα τους Εκκλησία. Και ενώ εκ πρώτης όψεως η ιδεολογική αυτή διαμάχη και διχοστασία φαίνεται ότι ήταν υπόθεση αποκλειστικώς και μόνον μιας elite της διανοήσεως, ανάμεσα σε διαφωτιστές και μη διαφωτιστές, νεωτεριστές και συντηρητικούς, πατριαρχικούς Φαναριώτες και αντιπατριαρχικούς κοραϊστές λογίους, εντούτοις το ιδεολογικό σχίσμα – ρήγμα, η διχόνοια, η εμφύλια διαίρεση και η ψυχική αποξένωση όχι μόνο στις δύο ως άνω παρατάξεις των λογίων του Γένους, αλλά και εντός του κοινωνικού σώματος του απλού λαού, είχαν περαιτέρω οδυνηρές και επικίνδυνες εκκλησιαστικές και εθνικές συνέπειες, των οποίων τα αποτελέσματα βιώνουμε, δυστυχώς, μέχρι στις μέρες μας.

Στο σημείο τούτο πρέπει να αναφερθεί ότι στις απόψεις – διακηρύξεις του Αδαμαντίου Κοραή, που απετέλεσαν το θεμέλιο του ιδεολογικού κινήματος του «Κοραϊσμού», εκτός από τις ακραιφνώς περί παιδείας και διαφωτισμού απόψεις του, καθώς και την υβριστική και προπαγανδιστική του εμπαθή και εμμονική πολεμική κατά του Οικουμενικού Πατριαρχείου, εμπεριέχοντο σε θεωρητικό επίπεδο και τα πρώτα προδρομικά σπερματικά ιδεολογικά στοιχεία για την γέννηση της «εθνοτικής» (εθνικής) ιδεολογίας επί της οποίας αργότερα θα θεμελιωθεί η ίδρυση του πρώτου ελεύθερου ελληνικού εθνικού κράτους και της πρώτης αντικανονικής – σχισματικής «εθνικής» Ελλαδικής Εκκλησίας (1833), στην περίπτωση της οποίας το πραξικοπηματικό αυτοκέφαλο εκκλησιαστικό καθεστώς εθεμελιώθη όχι σε κανονικά και εκκλησιολογικά, αλλά σε αντικανονικά, εθνοφυλετικά και πολιτειοκρατικά – καισαροπαπικά κριτήρια, τα οποία, όπως θα δούμε παρακάτω, σύμφωνα με το κανονικό δίκαιο, την ορθόδοξη εκκλησιολογία, παράδοση και πράξη δεν εγένοντο αποδεκτά από το Οικουμενικό Πατριαρχείο.

Ήταν η ιστορική περίοδος που κυριαρχούσε στο γεωγραφικό χώρο της Βαλκανικής η εθνική (εθνοτική ή εθνοφυλετική) ιδεολογία στην οποία εστηρίζετο η ίδρυση εθνικών ανεξαρτήτων κρατών και εθνικών αυτοκεφάλων Εκκλησιών με κριτήρια όχι κανονικά και εκκλησιολογικά, αλλά πρωτίστως εθνοφυλετικά, που δικαιολογούσαν, όπως στην περίπτωση του ελλαδικού αυτοκεφάλου, ακόμη και την αντικανονική και πραξικοπηματική αυτοανακήρυξη αυτοκεφάλων «εθνικών» τοπικών Εκκλησιών.

Ο δυτικόπληκτος θεωρητικός του νεοελληνικού διαφωτισμού Αδαμάντιος Κοραής, υπερβαλόντως επηρεασμένος από τις ιδέες του ευρωπαϊκού – δυτικού διαφωτισμού περιφρονούσε με ακραίο τρόπο την ελληνορθόδοξη αυτοκρατορία του Βυζαντίου και το Οικουμενικό Πατριαρχείο. Στο πλαίσιο αυτό, ως εκφραστής – στην πραγματικότητα ως ο ιδεολογικός πατέρας και θεωρητικός – της «εθνοτικής» ή «εθνοφυλετικής» (εθνικής) ιδέας – ιδεολογίας, την οποία επρότεινε ως το θεωρητικό θεμέλιο για την ίδρυση της αντικανονικής – σχισματικής «εθνικής Ελλαδικής Εκκλησίας», αναφορικά με την «τακτοποίηση» των διοικητικών εκκλησιαστικών πραγμάτων του νεοσύστατου ελευθέρου ελληνικού εθνικού κράτους έφθασε μέχρι του σημείου να υποστηρίζει ότι: «του έως την ώραν ταύτην απελευθερωθέντος μέρους της Ελλάδος ο κλήρος δεν χρεωστεί πλέον να γνωρίζει εκκλησιαστικόν αρχηγόν του τόν Πατριάρχην της Κωνσταντινουπόλεως, ενόσω η Κωνσταντινούπολις μένει μολυσμένη από την καθέδραν του ανόμου τυράννου· αλλά πρέπει να κυβερνάται από σύνοδον Ιερέων, εκλεγμένων ελευθέρως από ιερείς και κοσμικούς, καθώς έπρασσεν η αρχαία και πράσσει εκ μέρους σήμερον ακόμη των ομοθρήσκων Ρώσων η Εκκλησία. Ελευθέρων και αυτονόμων Γραικών κλήρος είναι απρεπέστατον να υπακούη εις προσταγάς Πατριάρχου εκλεγμένου από τύραννον και αναγκασμένου να προσκυνή τύραννον».

Από τα παραπάνω γίνεται αντιληπτό ότι ο Αδαμάντιος Κοραής υπήρξε ο πατέρας και θεωρητικός του «αυτοκεφάλου» της εθνικής Ελλαδικής Εκκλησίας και οι απόψεις – διακηρύξεις του, όπως αναφέρουμε παρακάτω, επηρέασαν καθοριστικά τον ανίερο και βαυαρόπληκτο πολέμιο του Οικουμενικού Πατριαρχείου Αρχιμ. Θεόκλητο Φαρμακίδη (1784-1860), ο οποίος κατά την περίοδο της αντιβασιλείας και μετέπειτα της βασιλείας του Βαυαρού μονάρχου Όθωνος συνέβαλε τα μέγιστα στην διάπραξη του εθνοπροδοτικού ανουσιουργήματος της αντικανονικής – αντιεκκλησιολογικής και πραξικοπηματικής αυτοανακηρύξεως του «αυτοκεφάλου» της «εθνικής» Ελλαδικής Εκκλησίας.

Πριν από την περίοδο της Οθωνικής αντιβασιλείας και βασιλείας, όταν η επανάσταση του 1821 είχε ως συνέπεια την διακοπή της εκκλησιαστικής επικοινωνίας των επαναστατημένων και ήδη ελευθέρων περιοχών με το Οικουμενικό Πατριαρχείο, κατά τρόπο επιπόλαιο και απερίσκεπτο, ετέθη το ζήτημα της δημιουργίας ανεξαρτήτου (αυτοκεφάλου) Εθνικής Εκκλησίας στην Ελλάδα. Τα κηρύγματα πρώτου του Αδαμαντίου Κοραή για την ανάγκη ιδρύσεως ανεξαρτήτου Ελλαδικής Εκκλησίας, εφ’ όσον υπήρχε ανεξάρτητο Ελληνικό Κράτος, τα οποία εστηρίζοντο σε εσφαλμένη εκκλησιαστική και εθνική βάση, στην αυτογνώμονα δηλαδή ενέργεια της ελληνικής πολιτείας και της ελλαδικής Ιεραρχίας, φαίνεται ότι είχαν επηρεάσει τους Έλληνες πολιτικούς άνδρες της εποχής.

Οι φιλόδοξοι και επιπόλαιοι Έλληνες πολιτικοί ως νεοφανείς θιασώτες και κήρυκες των παραπάνω αντιλήψεων του Αδαμαντίου Κοραή και εκ λόγων πολιτικής σκοπιμότητος, παρά την αντίδραση του απλού λαού που παρέμενε πιστός στην εσταυρωμένη Μητέρα του Εκκλησία της Κωνσταντινουπόλεως, συγκάλεσαν στην Τροιζήνα την Γ΄ Εθνική Συνέλευση, κατά τον Μάϊο του 1827, όπου, εκτός των άλλων, ανέθεσαν σε πενταμελή επιτροπή αρχιερέων την σύνταξη κανονισμού, βάσει του οποίου θα ερρυθμίζοντο προσωρινώς τα της εσωτερικής διοικήσεως της Εκκλησίας στις απελευθερωθείσες περιοχές της Ελλάδος.

Τούτο ήταν και το πρώτο ουσιαστικό βήμα προς την αντικανονική και πραξικοπηματική αυτοανακήρυξη, ερήμην του Οικουμενικού Πατριαρχείου, της «εθνικής» εν Ελλάδι Εκκλησίας ως αυτοκεφάλου. Η δε λύση αυτή, όπως εύστοχα επισημαίνει ο αοίδιμος Καθηγητής Κωνσταντίνος Βαβούσκος, «δεν ωφείλετο τόσον εις τον φόβον μήπως το Οικουμενικόν Πατριαρχείον παρεμβάλη εμπόδια εις τον διεξαγόμενον εθνικόν αγώνα, όσον εις την ανάγκην προβολής εις το προσκήνιον του έθνους των «αυτοχθόνων» παραγόντων, οι οποίοι παρεμέρισαν την έμπειρον διπλωματίαν του Οικουμενικού Πατριαρχείου διά να δράσουν κατά καιρούς με τοπικά και κομματικά κριτήρια».

Γεννάται λοιπόν το εύλογο και αδήριτο ερώτημα: Μήπως και σήμερα δεν πράττουν τα ίδια και απαράλλακτα οι ελλαδίτες κοντόφθαλμοι κάθε βαθμού κληρικοί και πολιτικοί έναντι του δοκιμαζόμενου και μαρτυρικού Οικουμενικού μας Πατριαρχείου; Ο ελλαδικός – αθηνοκεντρικός κοντόφθαλμος και απομονωτικός εθνοφυλετικός επαρχιωτισμός τους σε όλο του το μεγαλείο. Τίποτε δεν εδιδάχθησαν από τα λάθη του παρελθόντος και για τίποτε δεν μετενόησαν. Καταδικάζουν και στις μέρες μας με τους λόγους και τις πράξεις, μάλλον τις παραλείψεις τους, το Γένος μας, την Ρωμιοσύνη και την Ορθοδοξία μας,  στα στενά και ασφυκτικά όρια του ανεξάρτητου νεοελληνικού κρατιδίου, της «ελληνικής επικρατείας», όπως αρέσκονται να κάνουν λόγο και να κομπάζουν ορισμένοι μεγαλόσχημοι ρασοφόροι της εν Ελλάδι Εκκλησίας και ορισμένοι Έλληνες πολιτικοί και δήθεν «λόγιοι» της διανοητικής elite, κάθε φορά που οι σχέσεις της θυγατρός Ελλαδικής Εκκλησίας προς την Πρωτόθρονη και Πρωτεύθυνη εν τη Ορθοδοξία Μητέρα Αγία Μεγάλη του Χριστού Εκκλησία της Κωνσταντινουπόλεως είναι τεταμένες.

Επανερχόμενοι, αναφέρουμε ότι η πενταμελής εκείνη επιτροπή των αρχιερέων, (Κορίνθου Κυρίλλου, Τριπόλεως Δανιήλ, Ρέοντος Διονυσίου, Ανδρούσης Ιωσήφ και Βρεσθένης Θεοδωρήτου), σε πρώτη φάση, ενήργησε αντίθετα προς τις προθέσεις και τις υποδείξεις της ελληνικής πολιτικής εξουσίας και απέκρουσε ομοφώνως το προτεινόμενο αντικανονικό αυτοκέφαλο καθεστώς. Είναι μάλιστα ιδιαίτερα χαρακτηριστικό το γεγονός ότι εκείνη η επιτροπή των αρχιερέων έδραξε της ευκαιρίας και στην δεδομένη χρονική περίοδο διεδήλωσε με τον πλέον κατηγορηματικό και συγκινητικό τρόπο την απόλυτη προσήλωση και αφοσίωσή της προς το Οικουμενικό Πατριαρχείο. Τούτο αποδεικνύεται και από την παρακάτω σαφή διακήρυξή της: «Επειδή πάντες ημείς, εξαιρέτως δε οι του κλήρου της Ανατολικής Εκκλησίας, ουκ εγνωρίσαμεν άλλην μητέρα, ειμή την Μεγάλην Εκκλησίαν, ούτε άλλον Κυριάρχην, ειμή τον Πατριάρχην Κωνσταντινουπόλεως, καθ’ α και ο μεγαλόφρων αυτής Πατριάρχης Γρηγόριος προ ολίγων χρόνων εθυσιάσθη υπέρ της Ιεράς ημών πίστεως και υπέρ Πατρίδος, διά τούτο ουκ εφείται ημίν αποσπασθήναι απ’ αυτής και αποσκιρτήσαι, αλλ’ οι ευρισκόμενοι κατά την Ελλάδα αρχιερείς ενούμενοι εν πνεύματι, κυβερνήσωμεν, όση ημίν δύναμις εμποιούντες εις την πνευματικήν ημών ενότητα και εκκλησιαστικήν κοινωνίαν».

Παρά όμως την ως άνω βαρυσήμαντη, κατηγορηματική και συγκινητικά φορτισμένη διακήρυξη προσηλώσεως και αφοσιώσεως προς το Οικουμενικό Πατριαρχείο, πολύ γρήγορα οι ελλαδίτες Ιεράρχες, κατά το έτος 1833, μόλις έξι έτη αργότερα, φαίνεται πως ελησμόνησαν τις διακηρύξεις τους και καθοδηγούμενοι υπό του σφοδρού και παντάπασιν αλλοτριωμένου και δυσεβούς πολεμίου του Οικουμενικού Πατριαρχείου Αρχιμανδρίτου Θεοκλήτου Φαρμακίδη και υπό την πίεση της βαυαρικής αντιβασιλείας εν τοις πράγμασιν απεκήρυξαν τα όσα παραπάνω διεκήρυξαν. Αναιτίως και αδικαιολογήτως γενόμενοι συμμέτοχοι και κοινωνοί των σχεδίων του κοραϊστή και συνεργάτου των ξενόφερτων Βαυαρών Φαρμακίδη, οδηγήθησαν ως άβουλα όντα στην αντικανονική και πραξικοπηματική αυτοανακήρυξη του «αυτοκεφάλου» της «εθνικής» εν Ελλάδι Εκκλησίας, της έκτοτε ως σχισματικής αντιμετωπιζομένης υπό της μαρτυρικής Μητρός Αγίας Μεγάλης του Χριστού Κωνσταντινουπολίτιδος Εκκλησίας.

Γεγονός είναι πάντως ότι η όλη κατάσταση η οποία είχε διαμορφωθεί ύστερα από την Γ΄ Εθνική Συνέλευση στην Τροιζήνα (1827), είχε προκαλέσει το πρώτο μικρό ρήγμα στις εκκλησιαστικές σχέσεις των ελλαδιτών Ιεραρχών προς το Οικουμενικό Πατριαρχείο, ενώ την ίδια περίοδο ο απλός ελληνικός λαός, αν και σαστισμένος και σε πείσμα των αδικαιολόγητων και ακατανόητων για την κρίση του επιλογών και αποφάσεων των εκκλησιαστικών και πολιτικών ταγών του σε βάρος του Οικουμενικού Πατριαρχείου, εξακολουθούσε να παραμένει αταλάντευτα προσηλωμένος, αφοσιωμένος και με περισσή αγάπη πιστός στην μαρτυρική Μητέρα του Εκκλησία της Κωνσταντινουπόλεως. Από τα παραπάνω φαίνεται ξεκάθαρα ότι το ρήγμα που είχε δημιουργηθεί δεν ήταν μόνο εκκλησιαστικό ανάμεσα στους ελλαδίτες Ιεράρχες και πολιτικούς και το Οικουμενικό Πατριαρχείο, αλλά ήταν συνάμα και ρήγμα ανάμεσα στον πιστό προς το Οικουμενικό Πατριαρχείο ελληνικό λαό και την εκκλησιαστική και πολιτική του ηγεσία, με τις επιλογές και τις αποφάσεις της οποίας ήταν κάθετα αντίθετος και αποστασιωμένος.

Ο συνετός και νουνεχής Κυβερνήτης Ιωάννης Καποδίστριας, ο οποίος από της πρώτης στιγμής κατενόησε τους κινδύνους που εγκυμονούσε για το Γένος μας η ύπαρξη των δύο αυτών ρηγμάτων, προσπάθησε να καλύψει το χάσμα και να συνενώσει τα διεστώτα μέρη. Ειδικότερα, ο Ιωάννης Καποδίστριας προσανατολίζετο στη διατήρηση μόνον της πνευματικής κυριαρχίας – δικαιοδοσίας του Οικουμενικού Πατριαρχείου επί των τότε ελευθέρων εκκλησιαστικών επαρχιών της Ελλάδος και παράλληλα της παραχωρήσεως, με την σύμφωνη προς την κανονική τάξη συγκατάθεση του Οικουμενικού Πατριαρχείου, διοικητικής ανεξαρτησίας (αυτοκεφαλία) επί της ελλαδικής Εκκλησίας, ώστε ο ελλαδικός ελληνισμός συνεργαζόμενος και έχοντας πνευματική σχέση, πάντοτε μέσω του Πατριαρχείου, με τον εξωελλαδικό ελληνισμό, στο πλαίσιο μιας αγαστής συνεργασίας, να προωθεί τα συμφέροντα του «όλου ελληνισμού». Η δολοφονία όμως του Ιωάννου Καποδίστρια εματαίωσε, δυστυχώς, την κανονική αυτή λύση και έκτοτε η κατάσταση άρχισε να βαίνει επί τα χείρω.

Αναφέραμε παραπάνω ότι ο δυτικοτραφής και δυτικόπληκτος Αδαμάντιος Κοραής ως ο πατέρας και θεωρητικός του αντικανονικού και πραξικοπηματικού αυτοκεφάλου της εθνοφυλετικής εν Ελλάδι Εκκλησίας επηρέασε καθοριστικά τον παρομοίως δυτικόπληκτο οπαδό και θιασώτη των ανόμων κηρυγμάτων του, Αρχιμανδρίτη Θεόκλητο Φαρμακίδη, ο οποίος υπήρξε ο σφοδρότερος πολέμιος, υβριστής και συκοφάντης του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Ο «Κοραϊστής» Φαρμακίδης υπεστήριζε και διεκήρυττε με πάθος την εκ της πολιτείας – οθωνικής αντιβασιλείας -ανακήρυξη του αυτοκεφάλου της «εθνικής» εν Ελλάδι Εκκλησίας, ερήμην του Οικουμενικού Πατριαρχείου και άνευ της συμφώνου γνώμης ή της συγκαταθέσεως αυτού, ενώ ουδεμία πρόταση και συζήτηση εδέχετο για την εκ μέρους του Οικουμενικού Πατριαρχείου παραχώρηση καθεστώτος εκκλησιαστικής «αυτονομίας» στις ελεύθερες επαρχίες της Ελλάδος, όπως το επεδίωξε ο συνετός Ιωάννης Καποδίστριας.

Ως ένθερμος θιασώτης των ιδεών του Αδαμαντίου Κοραή και φανατικός οπαδός και εκφραστής της εθνικής (εθνοτικής) ιδεολογίας αλλά και της ιδρύσεως κρατικής – εθνικής Ελλαδικής Εκκλησίας, ο Φαρμακίδης, επί τη βάσει εθνοφυλετικών και πολιτειοκρατικών, ουχί κανονικών και εκκλησιολογικών κριτηρίων, υπεστήριζε ότι η Εκκλησία της Ελλάδος υπήρξε: «αυτοκέφαλος και ανεξάρτητος αφ’ ής ημέρας διεκηρύχθη επισήμως η πολιτική του Έθνους αυτονομία και ανεξαρτησία· ανέκτησε ταύτην η Ελλάς, ανέκτησεν εν αυτώ και εκείνην· και ότε ανεγνωρίσθη και παρά των χριστιανών ηγεμόνων και παρ’ αυτού του Σουλτάνου των οθωμανών η πολιτική της Ελλάδος αυτονομία και ανεξαρτησία, ανεγνωρίσθη εν αυτώ και η Εκκλησία αυτής αυτοκέφαλος και ανεξάρτητος χωρίς τινος άλλης περί τούτου ιδιαιτέρας πράξεως ή συνθήκης, διότι επικράτεια και Εκκλησία είναι έν κατά το εξωτερικόν αυτής είδος και δεν είναι δύο καθ’ εαυτά υπάρχοντα σώματα».

Οι παραπάνω καινοφανείς, αντικανονικές και αντιεκκλησιολογικές, εθνοφυλετικές και πολιτειοκρατικές απόψεις – θέσεις του αντιπατριαρχικού Φαρμακίδη, ο οποίος σημειωτέον υπήρξε ο στενότερος και κυριότερος σύμβουλος και υποβολεύς του Βαυαρού αντιβασιλέως Μάουρερ (Georg Ludwig von Maurer), απέβλεπαν και στόχευαν στην ενίσχυση της ξενόφερτης Μοναρχίας του Όθωνος διά μέσου της αντικανονικής και πραξικοπηματικής αυτοανακηρύξεως του ελλαδικού αυτοκεφάλου και της συνακόλουθης αποδυναμώσεως της εθναρχικής αποστολής του Οικουμενικού Πατριαρχείου στις ελεύθερες επαρχίες του τότε νεοϊδρυθέντος ασθενικού και ξενοκίνητου Βασιλείου της Ελλάδος. Τελικώς, το εκκλησιαστικό ανουσιούργημα της πραξικοπηματικής και εθνοφυλετικής αυτοανακηρύξεως του αυτοκεφάλου της σχισματικής εθνικής (κρατικής) εν Ελλάδι Εκκλησίας συνετελέσθη κατά το έτος 1833 από τον Βαυαρό αντιβασιλέα Μάουρερ και σε συνεργασία με τον Βαυαρόφιλο Φαρμακίδη, τους ανεύθυνους Έλληνες πολιτικούς και ορισμένους δυτικοτραφείς – δυτικόπληκτους αντιπατριαρχικούς ελλαδίτες λογίους, ενώ ο απλός κλήρος και ο ελληνικός λαός τελούσαν εν αγνοία και ήταν απολύτως αμέτοχοι στο εκκλησιαστικό και προδοτικό πραξικόπημα σε βάρος του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Η διχογνωμία και διχοστασία ανάμεσα στο απλό φιλοπατριαρχικό Ορθόδοξο ελληνικό λαό και την πολιτική και εκκλησιαστική του ηγεσία ήταν εμφανείς και το χάσμα αγεφύρωτο.

Η αντικανονική και πρωτοφανής στα εκκλησιαστικά χρονικά ανακήρυξη (αυτοανακήρυξη) του ελληνικού αυτοκεφάλου καταδεικνύει, όπως εύστοχα παρατηρεί ο Καθηγητής Πανταζόπουλος, ότι: «η Εκκλησία της Ελλάδος επραγματοποιήθη με δυτικά αντιορθόδοξα μέτρα». Ο δε Καθηγητής Κωνσταντίνος Βαβούσκος σχολιάζοντας την αντικανονική απόσχιση της Ελλαδικής Εκκλησίας από το Οικουμενικό Πατριαρχείο, μεταξύ των άλλων αναφέρει ότι: «η ενέργεια αύτη της Ελληνικής πολιτείας ήτο απαράδεκτος. Ουδεμία ανάγκη υπήρχεν αποσχίσεως της ελληνικής Εκκλησίας εκ του κατά πάντα ελληνικού Οικουμενικού Πατριαρχείου, το οποίον εκηδεμόνευσε το έθνος επί αιώνας, εφ’ όσον και ο εις Ελλάδα κλήρος ήτο εναντίον της ενεργείας ταύτης… θα ήρκει εκκλησιαστική τις αυτονομία. Εν πάση περιπτώσει, τυπική τις αίτησις προς συγκατάθεσιν του Οικουμενικού Πατριαρχείου ουδέν εκόστιζε… Σημειωθήτω πάντως ότι ανεξαρτήτως της θλιβεράς εκκλησιαστικής πλευράς του ζητήματος, το πραξικόπημα τούτο ήτο τραγικόν ιδία από εθνικής απόψεως, διότι το Οικουμενικόν Πατριαρχείον υπέστη μείωσιν του κύρους του, εκ του λόγου δε τούτου δεν είχε την παλαιάν άνεσιν όπως εκπροσωπή ενώπιον των τουρκικών αρχών τον αλύτρωτον Ελληνισμόν, ο οποίος ήτο κατά πολύ πολυπληθέστερος και σημαντικώτερος του τελικώς απελευθερωθέντος τμήματος αυτού. Η μείωσις αύτη του κύρους, εν συνδυασμώ προς το δοθέν ήδη παράδειγμα αυτογνώμονος δημιουργίας αυτοκεφάλου Εκκλησίας, ωδήγησεν αργότερον εις το βουλγαρικόν σχίσμα…».

Με την πραξικοπηματική αυτοανακήρυξη του λεγομένου αυτοκεφάλου της εν Ελλάδι Εκκλησίας υπήρξε το κακό εκκλησιαστικό προηγούμενο και οι Ελλαδίτες, ως συνήθως, υπήρξαν οι πρώτοι διδάξαντες στην καθιέρωση του εθνοφυλετισμού ως κριτηρίου για την ανακήρυξη τοπικών αυτοκεφάλων «εθνικών» Εκκλησιών. Οι Βούλγαροι ακολούθησαν το παράδειγμα των Ελλαδιτών και ίδρυσαν την αντικανονική και σχισματική Βουλγαρική Εξαρχία (1870). Δώσαμε και πάλι, δυστυχώς, το κακό παράδειγμα για να στραφούν σταδιακά οι Ορθόδοξοι Βαλκανικοί λαοί εναντίον του Οικουμενικού Πατριαρχείου και να διεκδικήσουν την ίδρυση των δικών τους «εθνικών» αυτοκεφάλων Εκκλησιών. Υπήρξαμε οι πρωτεργάτες και πρωταγωνιστές της εκκλησιαστικής αντικανονικότητος και ανωμαλίας, η οποία μείωσε στους Ορθόδοξους λαούς της βαλκανικής το κύρος και την ισχύ του Πρωτοθρόνου και Πρωτευθύνου εν τη Ορθοδόξω Εκκλησία Οικουμενικού Πατριαρχείου.

Οι ιδεολογικές επιλογές της πνευματικής ηγεσίας του νεοελληνικού κράτους, ερήμην μάλιστα του απλού κλήρου και του Ελληνικού λαού, που παρέμεναν προσηλωμένοι και αφοσιωμένοι στο Οικουμενικό Πατριαρχείο, την μεγαλομάρτυρα Μητέρα Αγία Μεγάλη του Χριστού Εκκλησία της Κωνσταντινουπόλεως, είχαν ως συνέπεια σε εθνικό επίπεδο την διάσπαση της ενότητος του Γένους μας, το οποίο περιορίζετο και εγκλωβίζετο πια στην κυρίαρχη κατά την περίοδο εκείνη έννοια του «έθνους». Η κυρίαρχη εθνική ή εθνοφυλετική ιδεολογία, η οποία εγέννησε το νεοελληνικό εθνικό κράτος και την αντικανονική ελλαδική εθνική Εκκλησία, οδήγησε  την αγνώμονα και άφρονα πολιτική και εκκλησιαστική ηγεσία των νεοελλήνων στην διακοπή των σχέσεών της με το Οικουμενικό Πατριαρχείο, το οποίο ως εθνάρχουσα Εκκλησία συγκροτούσε την θρησκευτική και πολιτική ηγεσία του εξωελλαδικού ελληνισμού και διεφύλαττε αρραγή την εθνική ενότητα του όλου ελληνισμού, του Ρωμαίηκου Γένους μας.

Οι θεωρίες του Αδαμαντίου Κοραή, του νέου αυτού Ιουλιανού, του νέου Πλήθωνος, είχαν εξυπηρετήσει άριστα την αρχαιοπληξία των Δυτικών και τα εκκλησιαστικά τους συμφέροντα εναντίον της Ορθοδοξίας και του ελληνισμού. Δεν είναι τυχαία η διαπίστωση ότι ο Κοραϊσμός και η αρχαιοπληξία ορισμένων δυτικόπληκτων και δυτικοτραφών λογίων κολόβωσαν την ιστορική οικουμενικότητα του ελληνισμού, τον οποίο κατήντησαν συγκεχυμένο, διχασμένο, σχιζοφρενικό, ανίκανο και πνευματικά ανάπηρο να έχει οικουμενική ακτινοβολία. Από το Ρωμαίηκο Γένος οδηγηθήκαμε στο νεοελληνικό έθνος και από το υπερεθνικό Οικουμενικό Πατριαρχείο στο αθηνοκεντρικό νεοελληνικό εθνικό κράτος και την αντικανονική εθνοφυλετική ελλαδική Εκκλησία.

Οι κοντόφθαλμοι ελλαδίτες πολιτικοί και Ιεράρχες, είτε κινούμενοι από μωροφιλόδοξες επιδιώξεις, είτε παρασυρμένοι ως έρμαια και άβουλα όντα από την elite των ξενοφώτιστων και ξενοκίνητων διανοούμενων κοραϊστών και λογάδων, την δυτικόπληκτη και δυτικοτραφή ελλαδική intelligentsia, με πρωτεργάτη τον Φαρμακίδη, υπετάγησαν στα κελεύσματα της κάστας και δόλιας φατρίας των ξενόφερτων Βαυαρών και με την πραξικοπηματική και αντικανονική αυτοανακήρυξη του αυτοκεφάλου της εν Ελλάδι Εκκλησίας έδωσαν την «χαριστική βολή» στους από αιώνων ακατάλυτους και αρραγείς πνευματικούς και εκκλησιαστικούς δεσμούς των ελλαδιτών Ορθοδόξων με το Οικουμενικό Πατριαρχείο, την φιλεύσπλαχνη και αυτοθυσιαζόμενη εσταυρωμένη Μητέρα τους Εκκλησία της Κωνσταντινουπόλεως.

Από την στιγμή εκείνη η αντικανονική ελλαδική εθνική Εκκλησία πέρασε από την εθναρχική – θρησκευτική ιδεολογία στην επικρατούσα εθνική (εθνοφυλετική) κρατική ιδεολογία και ετάχθη απερίφραστα στην υπηρεσία του εθνοκρατικού ιδεώδους, απορρίπτοντας ως ξένους και ασύμβατους προς τις επιδιώξεις της τούς όρους «Ρωμηός» και «Γένος», οι οποίοι διεγράφησαν έκτοτε από το λεξιλόγιο των δυτικόπληκτων νεοελλήνων πολιτικών, ιεραρχών και λογάδων. Οι κυρίαρχοι και ιδιαίτερα φορτισμένοι ιδεολογικά κατά την περίοδο εκείνη όροι «Έθνος» και «Έλλην» αντικατέστησαν τους μέχρι πρότινος χρησιμοποιούμενους όρους «Γένος» και «Ρωμηός», ενώ ταυτόχρονα άρχισε η σταδιακή και μεθοδευμένη αποκοπή από τις πατροπαράδοτες ελληνορθόδοξες ρίζες μας. Έτσι οδηγηθήκαμε ως πειθήνια όργανα, έρμαια και φερέφωνα μιάς δυτικόπληκτης και αντιπατριαρχικής προπαγάνδας και εθνοφυλετικής – εθνοκρατικής ιδεολογίας, από την Οικουμενική Ρωμηοσύνη και το ένδοξο «Γένος ημών», που το εξέφραζε και το εκπροσωπούσε επί αιώνες ως εθνάρχουσα αρχή και «εθναρχείο» το Οικουμενικό μας Πατριαρχείο, σε έναν μίζερο, αυτάρεσκο, ναρκισσιστικό και απομονωτικό αθηνοκεντρισμό, στην πραγματικότητα παλαιοελλαδισμό, που περιόριζε και κατεδίκαζε την Οικουμενική Ρωμηοσύνη και το ένδοξο και ευσεβές Γένος μας, το Γένος των Ρωμηών, στα στενά και ασφυκτικά γεωγραφικά όρια του νεόκοπου και ιδεολογικά διχασμένου και αποπροσανατολισμένου μικρού εθνικού ελληνικού κράτους των ελευθέρων περιοχών της παλαιάς Ελλάδος (παλαιών χωρών). Τώρα πια οι ελλαδίτες ευρίσκοντο ανάμεσα σε δύο καθοδηγητικά κέντρα του Γένους μας, το ιστορικό εθναρχικό κέντρο που ήταν και παραμένει αμεταθέτως και αστασιάστως το Φανάριον της Κωνσταντινουπόλεως και το νεώτατο εθνικό κέντρο των Αθηνών.

Το γεγονός της υπάρξεως δύο κέντρων στα σπλάχνα του Γένους μας επέτεινε ακόμη περισσότερο την ήδη υπάρχουσα σύγχυση και τον ήδη υπάρχοντα διχασμό στους κόλπους της εκκλησιαστικής και πολιτικής ηγεσίας του ελληνικού κράτους, αλλά κυρίως στο κοινωνικό σώμα, ήτοι στο σύνολο του ανυποψίαστου ελληνικού λαού. Το δίπολο Φανάρι – Αθήνα αντί της πολυπόθητης ενότητος του Γένους, λειτουργούσε, δυστυχώς, και μάλιστα απολύτως μεμαρτυρημένα εξ ελλαδικής αθηνοκεντρικής υπαιτιότητος,  διχαστικά, διαιρετικά και διασπαστικά, τόσο σε εκκλησιαστικό, όσο και σε εθνικό, πολιτικό και κοινωνικό επίπεδο. Τούτο απεδείχθη ιστορικά κατά τις επόμενες δεκαετίες όταν πλείστα όσα εκκλησιαστικά και εθνικά δεινά πλήγωσαν το ενιαίο σώμα του όλου ελληνισμού. Ένα είναι βέβαιο: ότι οι νεοέλληνες μέχρι και σήμερα βιώνουν σε εκκλησιαστικό επίπεδο μία διχαστική και σχιζοφρενική παραδοξότητα, η οποία προκαλείται λόγω του διπόλου Φανάρι – Αθήνα. Το εκκλησιαστικό φρόνημα και βίωμα των νεοελλήνων θα μπορούσε κάλλιστα να χαρακτηρισθεί ως μία παραδοξότητα του Ιανού, αφού επεβλήθη σε αυτούς να φέρουν δύο πρόσωπα (ή προσωπεία;), ενώ το εκκλησιαστικά και ιστορικά γνήσιο και αληθινό πρόσωπό τους έπρεπε και πρέπει να είναι στραμμένο στο μαρτυρικό Φανάριον, εν τέλει στην μόνη «ες αεί» εσταυρωμένη και μεγαλομάρτυρα Μητέρα τους Αγία Μεγάλη του Χριστού Κωνσταντινουπολίτιδα Εκκλησία.

Υ.Γ. Το παρόν ιστορικό κείμενο αφιερούται στην ιερά μνήμη ενός μεγίστου εκκλησιαστικού πατριαρχικού ανδρός, του αοιδίμου και σοφού Κωνσταντίνου Οικονόμου του εξ Οικονόμων (1780-1857), όστις ηνάλωσε αυτοθυσιαστικώς την όλη ύπαρξή του στη διακονία και υπεράσπιση μέχρι εσχάτου αναπνοής αυτού των απαραγράπτων δικαίων της κοινής και φιλοστόργου τροφού του Ρωμαίηκου Γένους, μεγαλομάρτυρος και εσταυρωμένης Μητρός Αγίας Μεγάλης του Χριστού Κωνσταντινουπολίτιδος Εκκλησίας. Είη η ιερά μνήμη αυτού αιωνία, αγήρως και άληστος.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here