Γράφει ο Θεολόγος-Εκκλησιαστικός Ιστορικός-Νομικός κ. Ιωάννης Ελ. Σιδηράς

Δυσχερές το τόλμημα και εγχείρημα ως «επί ξηρού ακμής» να αποπειραθεί κάποιος να προσεγγίσει και να ερμηνεύσει το βαθύτερο οντολογικό περιεχόμενο και νόημα της όλης κτιστής δημιουργίας, ήτοι του κόσμου και του ανθρώπου, χωρίς να θεμελιώσει την όλη φιλότιμη ερμηνευτική προσέγγιση ή διαλεκτική του στην από τους θεοφόρους και θεοκινήτους Πατέρες της Εκκλησίας όντως θεόπνευστη διδασκαλία τους περί της υπάρξεως του Ακτίστου Τριαδικού Θεού, ο οποίος ως αναίτια και άναρχη Τρισυπόστατη Θεότητα δημιουργεί εξ αγάπης, «εκ του μηδενός» ή εκ του «μη όντος», όλα τα κτιστά όντα (δημιουργήματα) αυτού, τα έλλογα και άλογα, τα υλικά και ενσώματα καθώς και τα άϋλα και ασώματα, σε οντολογική, σωστικής και ζωτικής σημασίας, κοινωνία, αναφορά και σχέση προς Αυτόν για να ζήσουν αιωνίως, επέκεινα του κτιστού χωροχρόνου, της φθαρτότητος και του θανάτου, στα έσχατα και στην αλήκτως και ατελευτήτως άκτιστη και άχρονη Βασιλεία Του.

Στο πλαίσιο αυτό, λίαν δυσχερές τυγχάνει και το όλο τόλμημα και εγχείρημα να κατανοήσει κάποιος τη σχετικότητα και παραδοτικότητα της διάστασης του κτιστού χρόνου έξω από την θεολογική ή διαλεκτική σχέση «κτιστού και ακτίστου», αλλά και μακράν του πρίσματος της αϊδιότητος του ακτίστου Τριαδικού Θεού, ο οποίος επέκεινα του κτιστού χωροχρόνου και πάσης άλλης κτιστής και πεπερασμένης φυσικής νομοτέλειας, προσφέρει την αιωνιότητα στον άνθρωπο και σε όλη την κτιστή δημιουργία προκειμένου να ζήσουν στην άκτιστη ατελεύτητη Βασιλεία του, όπου σε μία άλλη εσχατολογική διάσταση δεν θα υφίσταται πλέον ο χρόνος ως κτιστή οντολογία και μετρήσιμο ή υπολογίσιμο μέγεθος της ανθρώπινης νοήσεως.

Ο αοίδιμος μεγάλος Θεολόγος π. Γεώργιου Φλωρόφσκι μελετώντας σύνολη την θεολογική διδασκαλία των Αγίων θεοφόρων Πατέρων της Εκκλησίας περί της «εκ του μη όντος» δημιουργίας όλης της κτίσεως, ήτοι του κόσμου και του ανθρώπου, καθώς και της απαρχής του κτιστού χρόνου ως απολύτως συνυφασμένου με την «εκ του μηδενός» δημιουργία του κόσμου αλλά και της υπάρξεως της κτιστής δημιουργίας στην κατά τα έσχατα, επέκεινα του κτιστού χρόνου, άκτιστη και άχρονη οντολογική διάσταση και οντολογία της Βασιλείας του Θεού, γράφει τα εξής: «Ο κόσμος είναι κτιστός. Αυτό σημαίνει: ο κόσμος έγινε από το μηδέν. Και με άλλα λόγια: πριν γίνει, πριν «φανεί», ο κόσμος δεν υπήρχε. Έγινε και εφάνη ταυτόχρονα με τον χρόνο, διότι, όταν δεν υπήρχε κόσμος, δεν υπήρχε ούτε χρόνος. Όπως λέγει ο Όσιος Μάξιμος ο Ομολογητής, «ο χρόνος από της του Ουρανού και γης ποιήσεως αριθμείται». Ο κόσμος υπάρχει μόνον εν χρόνω, δηλ. εν αλληλοδιαδοχή, εν αλληλουχία, εν μιά συνεχεία. Χωρίς κόσμο δεν υπάρχει χρόνος. Αρχή του χρόνου είναι η γένεση (αρχή) του κόσμου. Κατά τον Μέγα Βασίλειο, «η αρχή δεν είναι ούτε χρόνος, ούτε, έστω, ένα μόριο του χρόνου, όπως ακριβώς και η αρχή μιάς πορείας δεν είναι ακόμη «πορεία». Η «αρχή» είναι απλή, ασύνθετη. Τότε («εν αρχή»), δεν υπήρχε ακόμη χρόνος. Αίφνης όμως άρχισε: προβάλλει η κτίση. Έρχεται εις το είναι. Μεταβαίνει «εκ του μη όντος εις το είναι». Αρχίζει να υπάρχει… «η μετάβαση από το «μη είναι εις το είναι», είναι μία κίνηση, μία μεταβολή του «μη υπαρκτού» στο «υπαρκτό», που πραγματοποιείται κατά θέλημα Θεού… του χρόνου προηγείται όχι χρόνος αλλά η πάντοτε παρούσα αιωνιότητα… ο χρόνος άρχισε. Όμως «έσται ότε», «ο χρόνος ουκ έσται έτι». Η αλληλοδιαδοχή θα παύσει, διότι, ως εξηγεί ο Άγιος Ιωάννης Δαμασκηνός, «ουδέ γαρ μετά την ανάστασιν ημέραις και νυξίν ο χρόνος αριθμηθήσεται∙ έσται δε μάλλον μία ημέρα ανέσπερος». Η γραμμή του χρόνου θα διακοπεί. Θα υπάρξει σε αυτή και ένα τελευταίο σημείο. Το τέλος όμως αυτό, η περιστολή της αλληλοδιαδοχής του χρόνου, δεν σημαίνει και κατάργηση εκείνου που άρχισε μαζί με τον χρόνο, υπήρξε και εγένετο εν χρόνω. Δεν σημαίνει επιστροφή ή πτώση (του κόσμου) εις το μη είναι. Ο χρόνος τότε δεν θα υπάρχει. Η κτίση όμως θα διατηρηθεί. Ο κτιστός κόσμος δύναται να υπάρχει και εν «ουχί χρόνω». Η κτίση άρχισε, αλλά δεν θα παύσει να υπάρχει…».

Η μόνη άκτιστη, άναρχη, άχρονη, και ατελεύτητη οντολογία είναι ο Τρισυπόστατος Θεός και στην ενδοτριαδική ύπαρξη των τριών προσώπων (υποστάσεων) της μίας και αδιαιρέτου Θεότητος δεν υφίσταται ουδεμία ουδόλως διάσταση του κτιστού χρόνου, όπως με μοναδική ακρίβεια αναφέρει ο Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός, γράφων: «Πιστεύουμε σε ένα Πατέρα, την αρχή και αιτία όλων, που δεν γεννήθηκε από κανένα, τον μόνο αναίτιο και αγέννητο, δημιουργό όλων, αλλά Πατέρα κατά τη φύση ενός μόνου, του Μονογενούς Υιού του, του Κυρίου και Θεού και Σωτήρα μας Ιησού Χριστού, και προβολέα του Παναγίου Πνεύματος. Και σε ένα Υιό του Θεού τον Μονογενή, τον Κύριό μας Ιησού Χριστό, που γεννήθηκε από τον Πατέρα πριν από όλους τους αιώνες, φως από φως, Θεό αληθινό από Θεό αληθινό, που γεννήθηκε και δεν δημιουργήθηκε, με τον Πατέρα ομοούσιο, διά μέσου του οποίου έγιναν τα πάντα.

Λέγοντας «πριν από όλους τους αιώνες», δείχνουμε ότι η γέννησή του είναι άχρονη και άναρχη γιατί δεν ήλθε στην ύπαρξη από το μη ον ο Υιός του Θεού, το απαύγασμα της δόξης, ο χαρακτήρας της υποστάσεως του Πατέρα, η ζώσα σοφία και δύναμη, ο ενυπόστατος Λόγος, η ουσιαστική και τέλεια και ζώσα εικόνα του αοράτου Θεού, αλλά πάντοτε ήταν με τον Πατέρα και στον Πατέρα, γεννημένος απ’ αυτόν με αΐδιο και άναρχο τρόπο, γιατί δεν υπήρχε διάστημα, κατά το οποίο υπήρχε ο Πατέρας, χωρίς να υπάρχει ο Υιός, αλλά άμα Πατέρας άμα Υιός, γεννημένος απ’ αυτόν.

Εξάλλου αν υπήρχε, μη έχοντας Υιό, δεν ήταν Πατέρας, και αν ύστερα απέκτησε Υιό, έγινε Πατέρας μετά απ’ αυτό, γιατί δεν ήταν πριν από την γέννηση του Υιού,και αλλοιώθηκε από το μη είναι Πατέρα στο να γίνει Πατέρας, πράγμα που ξεπερνά τα όρια κάθε βλασφημίας. Είναι ασέβεια λοιπόν να λέμε ότι στη γέννηση του Υιού μεσολαβεί χρόνος ή ότι μετά τον Πατέρα έγινε η ύπαρξη του Υιού…

Γιατί ο Θεός, ως άχρονος και άναρχος και απαθής και άρρευστος και ασώματος και μόνος και ατελεύτητος, με άχρονο και άναρχο και απαθή και άρρευστο τρόπο γεννά και χωρίς συνένωση με άλλο ον… γεννά λοιπόν ο Θεός, που πάντοτε υπάρχει, τον Λόγο του τέλειο με άναρχο και ατελεύτητο τρόπο ώστε να μη γεννά Θεός σε χρονικό διάστημα, αυτός που έχει την φύση και την ύπαρξη ανώτερη από τον χρόνο…».

Ο χρόνος ως κτιστή οντολογία δημιουργείται και αρχίζει να υπάρχει και να υφίσταται ή μάλλον να συνυπάρχει έχοντας ως αρχή του την ίδια την εκ του μη όντος δημιουργία όλης της κτίσεως από τον άρχρονως, αϊδίως, ατελευτήτως και ανάρχως υπάρχοντα άκτιστο δημιουργό Θεό. Ο Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός χρησιμοποιεί τον περιεκτικό λεκτικό όρο «αιώνας» υπό πολλαπλές βέβαια εννοιολογικές σημασίες, αλλά και με την σημασία της του κτιστού χρόνου διαστάσεως και σε αντιδιαστολή με την αϊδιότητα ή αιωνιότητα του ακτίστου Θεού και της Βασιλείας του ως εσχατολογικής οντολογικής καταστάσεως επέκεινα του έχοντος αρχή και τέλος κτιστού χρόνου, ο οποίος είναι σχετικός και παροδικός, ρευστός και τρεπτός στις τρεις διαστάσεις του, ήτοι του παρελθόντος, του παρόντος και του μέλλοντος.

Περί πάντων τούτων ο θεοφόρος της Εκκλησίας Πατήρ γράφει τα εξής: «Αυτός δημιούργησε τους αιώνες, που υπάρχει πριν απ’ αυτούς… είναι λοιπόν ανάγκη να ξέρουμε ότι το όνομα του αιώνα είναι πολυσήμαντο, γιατί έχει πάρα πολλές σημασίες. Αιώνας λέγεται και η ζωή του κάθε ανθρώπου. Λέγεται πάλι αιώνας και ο χρόνος των χιλίων ετών. Πάλι αιώνας λέγεται ολόκληρη η παρούσα ζωή, και αιώνας επίσης ο μελλοντικός, ο ατελεύτητος μετά την ανάσταση. Λέγεται πάλι αιώνας όχι ο συνηθισμένος χρόνος ούτε κάποιο μέρος χρόνου που μετριέται με τη φορά και την πορεία του ηλίου, δηλαδή αυτό που αποτελείται από ημέρες και νύχτες, αλλά αυτό που εκτείνεται μαζί με τα αΐδια, σαν κάποια χρονική κίνηση και σαν κάποιο διάστημα, γιατί αυτό που είναι ο χρόνος για τα χρονικά όντα, για τα αΐδια είναι ο αιώνας.

Λέγοντας λοιπόν επτά αιώνες του κόσμου αυτού, δηλαδή από την κτίση του ουρανού και της γης ως την κοινή συντέλεια και ανάσταση των ανθρώπων. Γιατί υπάρχει συντέλεια μερική, που είναι ο θάνατος του καθενός. Υπάρχει όμως και κοινή και οριστική συντέλεια, όταν θα γίνει η κοινή ανάσταση των ανθρώπων. Εξάλλου ο όγδοος αιώνας είναι ο μελλοντικός.

Έτσι πριν από τη σύσταση του κόσμου, όταν ούτε ήλιος υπήρχε για να διαιρεί την ημέρα από τη νύχτα, δεν υπήρχε αιώνας μετρητός, αλλά αυτό που εκτεινόταν μαζί με τα αΐδια σαν κάποια χρονική κίνηση και σαν κάποιο διάστημα. Και από την άποψη αυτή ένας είναι ο αιώνιος, αλλά και προαιώνιος. Γιατί και αυτόν τον αιώνα ο ίδιος τον δημιούργησε, αφού ο Θεός, ως μόνος άναρχος, είναι ο δημιουργός των όλων, των αιώνων και όλων των όντων…

Και αιώνας του αιώνα λέγεται ο τωρινός και ο μελλοντικός. Έπειτα αιώνια ζωή και αιώνια κόλαση σημαίνει το ατελεύτητο του μέλλοντος. Γιατί μετά την ανάσταση ο χρόνος δεν θα αριθμείται με ημέρες και νύχτες. Θα είναι μάλλον μία ανέσπερη ημέρα, όταν ο ήλιος της δικαιοσύνης θα λάμπει χαρούμενα στους δικαίους, ενώ στους αμαρτωλούς θα είναι βαθειά και απέραντη νύχτα… όλων λοιπόν των αιώνων ένας είναι δημιουργός, ο Θεός, που δημιούργησε και τα σύμπαντα και υπάρχει πριν από τους αιώνες».

Ο αοίδιμος Καθηγητής Νικόλαος Ματσούκας υπομνηματίζοντας με την θεολογική ερμηνευτική του τα της διδασκαλίας του Αγίου Ιωάννου του Δαμασκηνού επισημαίνει ότι: «Ο Χρόνος είναι κίνηση κτιστών και όχι ακτίστων όντων. Και η κίνηση αυτή… καθορίζεται από το μηδέν της δημιουργίας και την πορεία των όντων προς ολοκλήρωση και κατά συνέπεια προς άρση του μηδενός… γενικά μπορούμε να πούμε, με βάση την πεμπτουσία της Πατερικής σκέψεως, ότι ο χρόνος, ως κίνηση μεταξύ μηδενός και τελειότητος ή ως κίνηση μόνο προς την τελειότητα (κατά την τελειωτική θέωση των όντων, χωρίς τη μηδενιστική φθορά), είναι γνώρισμα της κτιστής πραγματικότητος, είτε αυτή είναι υλική είτε πνευματική, είτε ορατή είτε αόρατη, είτε αισθητή είτε νοητή, είτε σύνθετη από δύο στοιχεία».

Αναφερόμενος δε στην υπέρβαση της «κυκλικής κινήσεως» του χρόνου, που οδηγεί στην κυκλική φθορά των κτιστών όντων, τα οποία δημιουργήθηκαν εκ του μηδενός (εκ του μη όντος) και κατευθύνονται στο μηδέν (στο μη είναι), επισημαίνει ότι αυτή μπορεί να επιτευχθεί μόνο μέσω της θεώσεως, δηλαδή της κοινωνίας και σχέσεως των έλλογων κτιστών όντων μόνο με τον άκτιστο Θεό, γράφοντας ότι: «η χρονική κίνηση είναι αναγκαστικά κυκλική, γιατί συντελείται ανάμεσα στο μηδέν και την τελειωτική ολοκλήρωση, ενώ η κίνηση της Αγίας Τριάδος, η αΐδια, είναι άπειρη με μία μόνη φορά και κατεύθυνση. Έτσι τα λογικά όντα μόνο με τη θέωση μπορούν να ξεπεράσουν την κυκλική φθορά και να άρουν τη δύναμη του μηδενός, ακολουθώντας ή μετέχοντας κατ’ ενέργεια στην άπειρη κίνηση της Αγίας Τριάδος. Η χρονική κίνηση ή διαίρεση σε παρελθόν, παρόν και μέλλον σημαίνει διάσπαση και αδυναμία ολοκληρώσεως∙ κάτι που υπάρχει τη μία στιγμή, ύστερα δεν υφίσταται και υπάρχει διάστημα, κατά το οποίο δεν υφίσταται αυτό που αναμένεται να έλθει…».

Έχοντας ως θεμελιώδες κριτήριο την βασική και οντολογικών διαστάσεων διάκριση την οποία έχει καθιερώσει η εν συνόλω πατερική θεολογία, μεταξύ του ανάρχως και αχρόνως και ατελευτήτως υπάρχοντος Ακτίστου Τρισυποστάτου Θεού και της εν χρόνω δημιουργηθείσης και υπό την φυσική νομοτελειακή δύναμη και φθοροποιό κυκλική κίνηση του χρόνου τελούσης και υφισταμένης κτιστής, ελλόγου και αλόγου, υλικής και άϋλης, δημιουργίας, ο Νικόλαος Ματσούκας προβαίνει στην εξίσου σημαντική διάκριση μεταξύ της «θείας αιωνιότητος» και της «κτιστής αιωνιότητος», υπογραμμίζοντας ότι: «ο χρόνος ως διάρκεια και κίνηση έχει μιά σχετικότητα˙ αυτός ο χρόνος είναι ο κτιστός αιώνας ενώ στην αΐδια σχέση των προσώπων της Αγίας Τριάδος είναι άπειρος… ο Θεός ως αιώνιος διαφέρει ριζικά κατ’ ουσίαν από την αιώνια κτιστή πραγματικότητα. Είναι πέρα από το χρόνο και τους αιώνες. Άλλο αιωνιότητα του Θεού λοιπόν (που είναι συνυφασμένη με την αϊδιότητα), και άλλο αιωνιότητα της κτίσης και αιώνες «ως διαφορές καταστάσεων και ποικίλων πραγμάτων», κατά τον Μ. Βασίλειο. Όσοι συνειδητά ή ασυνείδητα δεν κάνουν διάκριση κτιστού και ακτίστου παρερμηνεύουν και συγχέουν τους όρους, μην κατανοώντας ότι άλλο πράγμα η θεία αιωνιότητα και άλλο η κτιστή αιωνιότητα και οι κτιστοί αιώνες».

Η εν χρόνω κίνηση λοιπόν των κτιστών όντων όταν τείνει στην «κατά χάριν ή κατ’ ενέργειαν» κοινωνία και ένωση με τον Άκτιστο Θεό είναι ζωή και σωτηρία, ενώ όταν τα κτιστά όντα κατευθύνονται σε διάσταση και απόσταση, ακοινωνία και άρνηση αναφοράς προς τον Άκτιστο Θεό, τότε οδηγούνται στην «μηδενιστική αλλοίωση».

Γι’ αυτό ο Νικόλαος Ματσούκας λαμβάνοντας αφορμή από την περί της δημιουργίας του κόσμου, του ανθρώπου και της κοινωνίας διδασκαλία του Αγίου Μαξίμου του Ομολογητού γράφει ότι: «Η νοητή και αιώνια διάσταση των όντων δεν είναι με κανένα τρόπο άχρονη. Χρόνος, με την έννοια της σωτηρίας τελειώσεως, για τα όντα είναι η κίνηση προς τον τέλειο στόχο της θείας ζωής σε όλες τις φάσεις και τις διαστάσεις. Όσο παλινδρομεί αυτή η κίνηση και τείνει προς τη μηδενιστική αλλοίωση, τόσο γίνεται πιό αποσπασματική και στάσιμη ανία, χαρακτηριζόμενη από τα θραύσματα του παρελθόντος, του παρόντος και του μέλλοντος. Όσο όμως η κίνηση είναι τελειωτική, τόσο γίνεται περισσότερο νοερή, ενοποιημένη, εύκαμπτη και ευλύγιστη στις νοητές διαστάσεις. Κατά συνέπεια στην αιωνιότητα υπάρχει ευκίνητος και τελειωτικός χρόνος. Τα όντα, ως κτιστά και κινούμενα, είναι πάντοτε χρονικά με διαφοροποιήσεις στην πορεία αυτής της χρονικότητος. Άχρονος είναι μόνο ο Θεός με την έννοια ότι δεν έχει κτιστή κίνηση».

Ο Μέγας και Ουρανοφάντωρ Πατέρας της Εκκλησίας Άγιος Βασίλειος στο έργο του «Εις την Εξαήμερον», ορίζοντας και καθορίζοντας την θεμελιώδη διάκριση μεταξύ του ανάρχου, αχρόνου και ακτίστου Θεού και του εν χρόνω δημιουργηθέντος κτιστού κόσμου, αντιδιαστέλλει με απόλυτο τρόπο τον άχρονο (ή και υπέρχρονο) Τριαδικό Θεό προς την παροδικότητα και χρονικότητα κάθε κτιστής πραγματικότητος, και γι’ αυτό αποκαλεί τον Τριαδικό Θεό αΐδιο και αιώνιο. Έτσι, οι όροι αϊδιότητα και αιωνιότητα είναι όροι συνώνυμοι και προσιδιάζουν μόνο στην άκτιστη πραγματικότητα. Τούτο όμως δεν σημαίνει ότι ο θεοφόρος Πατήρ φέρνει σε απόσταση ή αντίθεση τον άκτιστο και άχρονο Θεό με τα εν χρόνω όντα, τα κτιστά δημιουργήματά του, αλλά αντιθέτως θεμελιώνει και την απαραίτητη οντολογικών και σωτηριολογικών διαστάσεων εξάρτηση του κτιστού από το άκτιστο διά μέσου των ακτίστων θείων ενεργειών, αφού ολόκληρη η δημιουργία, ορατή και αόρατη, υλική και άϋλη, λογική και άλογη, όλες οι φάσεις αυτής ή με άλλα λόγια, όπως γράφει σχετικώς ο Νικόλαος Ματσούκας, όλοι οι αιώνες βρίσκουν ολοκλήρωση στην υπέρχρονη, αιώνια και αΐδια δόξα της άκτιστης και αχρόνως ατελεύτητης Βασιλείας του Θεού.

Ο κτιστός χρόνος είναι ακαταπαύστη ροή και κυκλική κίνηση, με παροδικότητα και τρεπτότητα, αλλοίωση και φθορά, που οδηγούν στον θάνατο. Ο χρόνος είναι απολύτως «συμφυής» με την κτιστή, τρεπτή και κινούμενη πραγματικότητα, οπότε ο Μέγας Βασίλειος διερωτάται μήπως δεν είναι αυτό το πράγμα ο χρόνος, κατά το οποίο το παρελθόν έχει εξαφανισθεί, το μέλλον δεν είναι ακόμη στο προσκήνιο και το παρόν, πριν το καταλάβει κανείς, φεύγει και χάνεται; Μιά ροή, μιά ροπή, φευγαλέα και ασύλληπτη. Και το πιο χαρακτηριστικό στην προκειμένη περίπτωση είναι το γεγονός ότι η ασύλληπτη αυτή ροή δεν είναι τίποτε άλλο παρά η ρευστή δομή των γινομένων της ίδιας της φύσεως.

Στο μέγα ερώτημα, θα λέγαμε υπαρξιακών διαστάσεων, πώς είναι δυνατή η υπέρβαση του χρονικού κατακερματισμού (παρελθόν, παρόν, μέλλον) ή του αδιεξόδου, το οποίο γεννάται στην κυκλική διάσταση του κτιστού χρόνου και μέσω της φθοροποιού δυνάμεώς του οδηγεί τα κτιστά όντα στην απώλεια λόγω της κτιστότητός τους, που είναι οντολογικά συνυφασμένη με την τρεπτότητα και ρευστότητά τους, έρχεται ως απάντηση η εσχατολογικών διαστάσεων διδασκαλία του Μεγάλου Βασιλείου περί της οποίας ο Νικόλαος Ματσούκας με μία ουσιαστική θεολογική προσέγγιση γράφει: «Μιά και ο χρόνος είναι το ουσιαστικό της κτιστότητας, η διάσπασή του και ο κατακερματισμός ή το αδιέξοδο και η κλειστή συσπείρωση αποτελούν καταστάσεις μακριά από την ενεργοποίηση της πορείας προς τον κόσμο της θείας απειρότητας και τελειότητας.

Η σχέση λοιπόν του Θεού προς τον κόσμο παρέχει αυτό το μεγάλο άνοιγμα και σ’ αυτό το σημείο κυρίως και κατ’ εξοχήν εκδηλώνεται το μυστήριο της σωτηρίας του ανθρώπου. Ο κατακερματισμός του χρόνου σε παρελθόν, παρόν και μέλλον είναι μία πτώση από την υψηλή δημιουργικότητα. Η συσπείρωση και το εγωκεντρικό κλείσιμο παγιδεύουν τη ζωή στο θανάσιμο κύκλο. Η κίνηση των κτιστών όντων γίνεται στον κύκλο μιάς ρευστής και φθοροποιητικής επαναλήψεως. Η πορεία προς το μέλλον και η σταθεροποίηση στην ευθύγραμμη φορά της δημιουργικής τελειώσεως αρχίζει με την εισβολή της θείας ζωής και βασιλείας μέσα στον κόσμο. Η αιωνιότητα της ζωής αυτής, η απειρότητα και η τελειωτική δύναμη της ανυψώσεως μπαίνουν διαμέσου των θείων ενεργειών στην κτιστή και κυκλική χρονικότητα. Έτσι σπάζει ο κύκλος και ανοίγει μιά πόρτα, για να βρει η δημιουργία την πληρότητα και τον τελειωτικό της δρόμο. Αιωνιότητα και χρόνος σμίγουν στις θείες ενέργειες και το δημιούργημα καταξιώνεται. Ο άνθρωπος πια, χωρίς να αποβάλει ας οριακές ιδιότητες της κτιστότητας, μπορεί κατά χάρη να γίνει πολίτης της Βασιλείας για την οποία πλάστηκε. Αυτό θέλουν να εξάρουν οι ομιλίες του Μ. Βασιλείου για τη Εξαήμερο».

Στο ίδιο πλαίσιο θεολογικής προσεγγίσεως του κτιστού χρόνου και της θείας αϊδιότητος ή αιωνιότητος κινούμενος και ο Γεώργιος Μαντζαρίδης στο πόνημά του, υπό τον τίτλο «Χρόνος και Ζωή», επισημαίνει ότι: «Το αιώνιο προσφέρεται και γίνεται μεθεκτό μέσα στο χώρο και το χρόνο. Και το νόημα του χρόνου δεν διασκορπίζεται σε μία φευγαλέα και μη αντιστρεπτή γραμμική ροή, αλλά συγκεντρώνεται στη δυνατότητα που παρέχει στον άνθρωπο η κάθε στιγμή του να ενταχθεί στην αγάπη του αιώνιου Θεού».

Γι’ αυτό ο της Εκκλησία Μέγας και διάπυρος Κήρυξ του Θείου Λόγου Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος νουθετεί και διδάσκει, παιδαγωγεί και καταρτίζει τον άνθρωπο και δη τον Χριστιανό της κάθε εποχής, ο οποίος αισθάνεται εγκλωβισμένος και σιδηροδέσμιος με τα δεσμά του κτιστού χρόνου, επισημαίνοντας: «Όταν ίδης ενιαυτόν πληρωθέντα, ευχαρίστησον τω Δεσπότη, ότι σε εισήγαγεν εις την περίοδον ταύτην των ενιαυτών˙ κατάνυξόν σου την καρδίαν, αναρίθμησαί σου τον χρόνον της ζωής, ειπέ προς εαυτόν∙ αι ημέραι τρέχουσι και παρέρχονται, οι ενιαυτοί πληρούνται, πολύ της οδού προεκόψαμεν∙ άρα τί ημίν είργασται καλόν; Άρα μη κενοί και έρημοι δικαιοσύνης απάσης εντεύθεν απελευσόμεθα, το δικαστήριον επί θύραις, προς γήρας ημών επείγεται λοιπόν η ζωή…

Το παρατηρείν ημέρας ου Χριστιανικής φιλοσοφίας, αλλ’ Ελληνικής πλάνης εστίν. Εις την άνω πόλιν απεγράψω, εις την εκεί πολιτείαν τελείς, αγγέλοις σαυτόν αναμίξας ∙ ου (όπου) ουκ έστι φως εις σκότος λήγον ουθ’ ημέρα εις νύκτα τελευτώσα, αλλά διαπαντός ημέρα, διαπαντός φως».

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here