Σαν σήμερα πριν 75 χρόνια σημειώθηκε στο Δίστομο ένα από τα πιο φρικιαστικά εγκλήματα των Ναζί στην Ελλάδα.  

Στις 10 Ιουνίου του 1944, ο 26χρονος τότε Φριτς Λάουτενμπαχ, λοχαγός των SS του 2ου λόχου του 1ου τάγματος του 7ου τεθωρακισμένου Συντάγματος, έλαβε διαταγή να μετακινήσει τον λόχο του από την Λειβαδιά προς τα χωριά Δίστομο, Στείρι και Κυριάκι με σκοπό τον εντοπισμό ανταρτών στην δυτική πλευρά του Ελικώνα.

Σαν δόλωμα οι Γερμανοί είχαν δύο επιταγμένα Ελληνικά φορτηγά γεμάτα με άνδρες των SS μεταμφιεσμένους σε χωρικούς, που προπορεύονταν της κύριας φάλαγγας. Ταυτόχρονα ο 10ος και 11ος λόχος του 3ου τάγματος από την Άμφισσα κατευθυνόταν προς το Δίστομο για να συναντήσουν τον 2ο λόχο. Οι τρεις λόχοι συναντήθηκαν χωρίς να έχουν εντοπίσει αντάρτες εκτός από 18 παιδιά που κρύβονταν σε γύρω στάνες. Έξι από τα παιδιά που προσπάθησαν να δραπετεύσουν εκτελέστηκαν. Οι Γερμανοί μπήκαν στο Δίστομο και εκφοβίζοντας τους χωρικούς έμαθαν ότι υπήρχαν αντάρτες στο Στείρι. Ο 2ος λόχος κατευθύνθηκε προς τα εκεί και έπεσε σε ενέδρα των ανταρτών του 11ου λόχου του 3ου τάγματος του 34ου συντάγματος του ΕΛΑΣ. Η μάχη του Στειρίου ήταν σκληρή και κράτησε περίπου μέχρι τις δύο το μεσημέρι αναγκάζοντας τους Γερμανούς σε οπισθοχώρηση.

Αν και από το χωριό Δίστομο τα Γερμανικά στρατεύματα δεν δέχθηκαν κάποια πρόκληση,  για λόγους αντεκδίκησης ο 2ος λόχος του 8ου Συντάγματος της 4ης Αστυνομικής Τεθωρακισμένης Μεραρχίας Γρεναδιέρων των Ες Ες  άρχισε την σφαγή όσων κατοίκων έβρισκαν στο χωριό.

Η μανία τους ήταν τόσο μεγάλη, ώστε δεν ξεχώριζαν από το μακελειό ούτε τα γυναικόπαιδα ούτε τους ηλικιωμένους. Τον ιερέα του χωριού τον αποκεφάλισαν, βρέφη εκτελέστηκαν και γυναίκες βιάστηκαν πριν θανατωθούν. Η σφαγή σταμάτησε μόνον όταν νύχτωσε και αναγκάστηκαν να επιστρέψουν στην Λειβαδιά, αφού πρώτα έκαψαν τα σπίτια του χωριού.

Οι εκτελέσεις συνεχίστηκαν και κατά την επιστροφή των Γερμανών στην βάση τους, καθώς σκότωναν όποιον άμαχο έβρισκαν στον δρόμο τους. Οι νεκροί του Δίστομου έφτασαν τους 228, εκ των οποίων οι 117 γυναίκες και 111 άντρες, ανάμεσά τους 53 παιδιά κάτω των 16 χρόνων. Η μαρτυρία του απεσταλμένου του Διεθνούς Ερυθρού Σταυρού Eλβετού George Wehrly ο οποίος έφτασε στο Δίστομο μετά λίγες μέρες μιλάει για 600 νεκρούς στην ευρύτερη περιοχή, με πτώματα να κρέμονται ακόμα και απο δέντρα περιμετρικά του δρόμου που οδηγεί στο χωριό.

Τις 24 Ιουνίου 1944, οι Γερμανοί επανήλθαν και έκαψαν τα σπίτια και τις θημωνιές στα αλώνια του Στειρίου, χωρίς ανθρώπινες απώλειες αφού οι κάτοικοι του είχαν προλάβει να κρυφτούν σε γειτονικές δύσβατες περιοχές του χωριού.

Ο λοχαγός των SS Fritz Lautenbach είναι ο άνθρωπος που εκτέλεσε την εντολή για τη σφαγή του Διστόμου, ο οποίος και μετά το τέλος της συνέταξε ψευδή αναφορά που ανέφερε ότι οι άνδρες του δέχθηκαν επίθεση “με όλμους, αυτόματα όπλα και τουφέκια από τη μερία του Διστόμου”. Η αναφορά του Lautenbach αμφισβητήθηκε αμέσως καθώς ο Georg Koch, πράκτορας της μυστικής υπηρεσίας o οποίος συνόδευε επίσης το τάγμα, υπέβαλλε ξεχωριστή αναφορά κατά την οποία βεβαίωσε ότι το τάγμα στην πραγματικότητα έπεσε σε ενέδρα πολλά μίλια έξω από το Δίστομο.

Στην ανάκριση που ακολούθησε υπερασπίστηκε τις επιλογές του λέγοντας ότι προτίμησε συνειδητά να ακολουθήσει το πνεύμα των διαταγών, παρά το γράμμα. Σημειώνεται ότι στο στρατοδικείο που ακολούθησε, δεν κλήθηκε κανένας Έλληνας μάρτυρας.

Ένας από τους επκεφαλής που θεωρήθηκε επίσης υπεύθυνος για την σφαγή στο Δίστομο, ο Hans Zampel , μετά το τέλος του πολέμου συνελήφθη στην Γαλλία και εκδόθηκε στην Ελλάδα. Στην πορεία ζητήθηκε η μεταφορά του στην Γερμανία για τις εκεί έρευνες όπου και παρέμεινε.

Μέλη του ίδιου συντάγματος είχαν πραγματοποιήσει ένα μήνα μόλις πριν, την Σφαγή της Κλεισούρας με 273 αμάχους νεκρούς,  ανάμεσα τους παιδιά και βρέφη.

 

Στις 10 του Ιούνη 1944 το χωριό Δίστομο του νομού Βοιωτίας «ξεθεμελιώθηκε από τη φασιστική θηριωδία και πέρασε στην ιστορία δίπλα στο Μεσολόγγι και στα Ψαρά, μαζί με τα Καλάβρυτα και την Κάνδανο, τα Κούρνοβα και τα Χαϊδάρια, σαν σύμβολο και σαν μέτρο της αξίας που έχει η Λευτεριά σε τούτον τον ματωμένο τόπο».

Ο αγώνας για τη συντριβή του φασισμού είναι γεμάτος από τόπους μαρτυρίου και θυσίας, σε πολλές χώρες στην Ευρώπη. Εκατοντάδες είναι στη χώρα μας τα θυσιαστήρια της λευτεριάς και του αντιφασιστικού αγώνα, με αποτυπωμένη τη φρίκη του φασισμού, που άλλωστε αποτυπώθηκε για πάντα στην Ιστορία και στη μνήμη.

Οι Γερμανοί καταχτητές επιδίδονται σε φρικαλεότητες, επιχειρώντας  ν’ αφανίσουν το Δίστομο από τον χάρτη, ως αντίποινα στη γιγαντωμένη Εαμική Αντίσταση του λαού μας στη Ρούμελη και σ’ όλη τη σκλαβωμένη Ελλάδα και στον Εθνικό Λαϊκό Απελευθερωτικό Στρατό της, τον ΕΛΑΣ, που συγκροτήθηκε και επανδρώθηκε με μπροστάρηδες τους κομμουνιστές. Δολοφονούν με φριχτό τρόπο άντρες και γυναικόπαιδα, καίνε τα σπίτια του χωριού και σκορπούν ανείπωτο πόνο και θλίψη σ’ όσους επέζησαν,  καταθέτοντας για πολλοστή φορά τα διαπιστευτήρια της ιδεολογίας τους και της αποστολής τους. “Μα οι μέρες τους τώρα μετρήθηκαν πια και τέλος φρικτό τους προσμένει…” Σύντομα ο ΕΛΑΣ θα απελευθερώσει την Ελλάδα.

    «Κοπέλες απ’ το Δίστομο, φέρτε νερό και ξύδι…»

    Δίστομο, 10 Ιούνη 1944: Οι ναζί ποζάρουν μπροστά στα σπίτια που πριν λίγο τους έβαλαν φωτιά

    «Είναι 10 του Ιούνη 1944, οι γερμανοί κάνουν επίθεση στο Δίστομο με 50 αυτοκίνητα, στρατό και πυροβολικό. Θέλουν να εκδικηθούν για το αντάρτικο, να τσακίσουν το φρόνημα του λαού της υπαίθρου, των ηρωικών αγροτών μας, που το τροφοδοτούσε και το ενίσχυε.

    Οι ναζίδες μπαίνουν στο χωριό και σκορπούν τον όλεθρο, καίνε και θερίζουν τα πάντα με τη φωτιά και το σίδερο, με την κτηνωδία και τη θηριωδία. Βιάζουν κορίτσια και γυναίκες, κόβουν τους μαστούς των μητέρων, κι ύστερα τις εκτελούν. Βρέφη, ανήλικα, και ενήλικους, το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού, το περνούν απ’ το εκτελεστικό απόσπασμα· κροτούν συνέχεια τα πολυβόλα τους.

    Μα κάποτε νυχτώνει κι οι γερμανοί δεν βλέπουν να κάνουν το μακάβριο έργο τους. Τότε βάζουν φωτιά στο Δίστομο, και λαμπάδιασε η νύχτα με τις πύρινες γλώσσες του τραγικού χωριού. Το πυροβολικό χτυπάει συνέχεια, και οι κατακτητές μπαίνουν μέσα στα σπίτια και τα λεηλατούν και τα πυρπολούν.

    Κάποτε,  τέλος, τελείωσε  το θηριώδες έργο τους, και οι ναζίδες άφησαν το «χωριό» και φεύγουν για τη Λειβαδιά… «θριαμβευτές».

    Το «χωριό» που έχει πια απομείνει ήταν ένας σωρός από στάχτες και καπνίζοντα ερείπια, και ο «θρίαμβος» των Ούννων, ένας φρικώδης απολογισμός για το τραγικό Δίστομο: το Δίστομο δεν υπήρχε, ήταν ένα ισοπεδωμένο και ανασκαμμένο χωράφι.

    Απ’ τους τραγικούς κατοίκους που εξετελέσθηκαν 218: μέσα σ’ αυτούς 104 άντρες και 114 γυναίκες. Και απ’ αυτούς 20 ήταν μέχρι πέντε ετών, 45 από 5 – 20 ετών, 111 από 20-60 και  42 άνω των 60 ετών. Και το όνομα του επικεφαλής δημίου του ναζιστικού αυτού «θριάμβου»: υπολοχαγός Χάιντε Ζόμπελ»… (Κώστα Μπίρκα «Η εποποιία της Εθνικής Αντίστασης»)
    «Κοπέλες απ’ το Δίστομο, φέρτε νερό και ξύδι…»

    Δίστομο, 10 Ιούνη 1944: Συγκεντρωμένοι σοροί εκτελεσμένων από τους ναζί

Το φρικιαστικό έργο των βαρβάρων δεν περιορίστηκε στο Δίστομο. Σε όλη τη διαδρομή Δίστομο-Λειβαδιά οι ναζί σκοτώνουν όποιον συναντούν στο διάβα τους. Ανάμεσα στα θύματα βρίσκονται και όσοι συγγενείς των σκοτωμένων του Διστόμου  είχαν βγει να μαζέψουν τις σορούς των δικών τους.

Τρεις μέρες μετά τη σφαγή, στην τοποθεσία «Βερβά» που βρίσκεται κοντά στο Δίστομο, οι Γερμανοί πιάνουν την οικογένεια του φαρμακοποιού από το Δίστομο Γιώργη Γαμβρίλη. Ο Γαμβρίλης τη μέρα της σφαγής βρισκόταν στη Λειβαδιά και  επέστρεψε εσπευσμένα στο Δίστομο για να δει τι απόγινε η οικογένειά του που, από τύχη,  είχε γλιτώσει από τη μανία των ναζί. Προσπαθώντας να φυγαδεύσει την οικογένειά του παγιδεύονται από τους γερμανούς που τους σκοτώνουν όλους.

«Ο Τάκης Λάπας πούχει δώσει με συνταρακτική λιτότητα τη σφαγή του Διστόμου γράφει για την οικογένεια του άτυχου Γαμβρίλη: Όταν την άλλη μέρα πήγανε να τους θάψουν οι χωριανοί τους, τους βρήκαν σε τούτη την κατάσταση. Ο Γαμβρίλης είχε αγκαλιασμένα τα δυο παιδιά του, το Βασίλη εφτά χρονών και το Δημήτρη πέντε, για να τα προστατέψει από τα δολοφόνα χτυπήματα. Τη γυναίκα του Θηρεσία που ήταν γκαστρωμένη στο μήνα της, την είχαν ξεκοιλιάσει και το έμβρυο βρέθηκε παραπεταμένο  μακριά της. Κοντά στη μάνα τους ήταν λογχισμένα τ’ άλλα δυο παιδιά της, η Βασιλική τεσσάρων χρονών και η Αννέτα ενάμιση»…
«Κοπέλες απ’ το Δίστομο, φέρτε νερό και ξύδι…»

Μαρία Παντίσκα, η γυναίκα – παγκόσμιο σύμβολο της Σφαγής του Διστόμου. Φωτογραφία του Ντμίτρι Κέσελ – Dmitri Κessel

Αυτοί υπήρξαν οι ναζί καταχτητές, ίδιοι μ’ αυτούς κι οι ιδεολογικοί απόγονοί τους. 73 χρόνια από τη Σφαγή του Διστόμου ο φασισμός, όπως κι η ξενοφοβία κι ο ρατσισμός είναι εχθροί του λαού,  «παιδιά» του συστήματος της εκμετάλλευσης και οι  εθνικιστές Χρυσαυγίτες μαντρόσκυλα των εκμεταλλευτών. Η πάλη ενάντια στο φασισμό δεν μπορεί να δοθεί ξεκομμένα από την πάλη ενάντια στο σύστημα που τον γεννά. Όμως, για τις θηριωδίες των ναζί στο Δίστομο και αλλού, δεν υπάρχει καλύτερος επίλογος από τα λόγια του φωτισμένου δάσκαλου Μπέρτολτ Μπρεχτ, που από το 1934 ήδη ξεκαθαρίζει την ήρα από το στάρι:

«Πολλοί από εμάς πιστεύουν πως για την υπεράσπιση των σχέσεων ιδιοκτησίας, δεν είναι αναγκαίες οι θηριωδίες του φασισμού.

Αυτές όμως οι θηριωδίες είναι αναγκαίες για τη διατήρηση των σχέσεων ιδιοκτησίας που επικρατούν.

Όσοι από τους φίλους μας νιώθουν φρίκη με αυτές τις θηριωδίες αλλά θέλουν να διατηρήσουν τις σχέσεις ιδιοκτησίας, δεν μπορούν να κάνουν ένα μακροχρόνιο αγώνα ενάντια στη βαρβαρότητα, που εξαπλώνεται όλο και πιο πολύ.

Και δεν μπορούν να κάνουν αυτό τον αγώνα γιατί δεν είναι σε θέση να καθορίσουν και να επιφέρουν τις κοινωνικές εκείνες συνθήκες, κάτω από τις οποίες η βαρβαρότητα θα ήταν περιττή.

Αυτοί που είναι ενάντια στο φασισμό χωρίς να είναι ενάντια στον καπιταλισμό, μοιάζουν με εκείνους που θέλουν να έχουν μερίδιο στο μοσχάρι, είναι όμως ενάντια στη σφαγή του.

Θέλουν να φάνε το κρέας αλλά δεν θέλουν να δουν το αίμα.

Είναι ικανοποιημένοι αν ο χασάπης πλύνει τα χέρια του πριν τους το παραδώσει. Αυτοί δεν είναι ενάντια στις σχέσεις ιδιοκτησίας που γεννούν τη βαρβαρότητα.

Είναι μόνο ενάντια στη βαρβαρότητα.

Και υψώνουν τη φωνή τους ενάντιά της.

Και το κάνουν στις χώρες εκείνες που κυριαρχούν οι ίδιες σχέσεις ιδιοκτησίας, όμως οι χασάπηδες πλένουν τα χέρια τους πριν παραδώσουν το κρέας».

 

* «Κοπέλες απ’ το Δίστομο, φέρτε νερό και ξίδι…», στίχος από το ποίημα του Νίκου Καββαδία Federico Garcia Lorka που έγραψε συγκλονισμένος από τις θηριωδίες των ναζί.



Source link

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here